Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Η Τράτα

 Χειμώνας καιρός ήταν όταν έφτασα Κερατσίνι για να βρω τον καπετάνιο μιας Τράτας σε ένα καφενείο της περιοχής. Έπρεπε να κάνω τον πρώτο σύνδεσμο για να μπορέσω να ανέβω στην Τράτα και να ξεκινήσω την δουλειά μου. Μια συνεργασία με τον Σύλλογο Αρχέλων και την Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταγραφή των πληθυσμών θαλασσίων Χελωνών Καρέττα Καρέττα.  Η δουλειά μου θα ήταν να καταγράψω τις καλάδες των ψαράδων, γεωγραφικό πλάτος, μήκος, ώρα καλάδας, ποσότητα ψαριών, είδος, άχρηστα ψάρια, ψάρια αγοράς, αλλά κυρίως να περιθάλψω, να μετρήσω και να μεταφέρω στο Κέντρο τυχών πληγωμένες Χελώνες. Σε περίπτωση που τα ζώα ήταν άρτια, έπρεπε να βάλω ένα ταμπελάκι στο μπροστινό πτερύγιο και να ελευθερώσω το ζώο στην θάλασσα έχοντας κρατήσει πλήρη στοιχεία.
 Έπρεπε να βρω τον Γιάννη σε ένα καφενείο στο Κερατσίνι, να συννενοηθώ, και να ορίσουμε ημερομηνία που θα ξεκίναγα να ταξιδέψω μαζί τους. Είχα πάνω μου όλο τον φωτογραφικό εξοπλισμό μου. Μπήκα μέσα σε ένα τυπικό παλιό Αθηναϊκό καφενείο. Το μέρος ήταν γεμάτο εργατιά, κόσμος με σκουφάκια, ξεθωριασμένα μπουφάν και μια μυρωδιά από λιμάνι. Δέρματα σκληρά, μάτια ερευνητικά. Γύρισαν όλοι προς το μέρος μου. Μιας και δεν ήμουν του σιναφιού, με πέρναγαν όλοι σαν σκάνερ από πάνω μέχρι κάτω προσπαθώντας να καταλάβουν τι ρόλο βαράω. Προσπέρασα τους θαμώνες με ένα πολύ άβολο συναίσθημα και πήγα στον καφετζή.
  • Είναι εδώ ο Γιάννης τάδε….? ρώτησα
  • Τι τον θες; απάντησε κοφτά ο ιδιοκτήτης
  • Πρέπει να συννενοηθώ μαζί του για μια δουλειά, μου είπε να έρθω εδώ
  • Δημοσιογράφος είσαι του λόγου σου; Έχεις να κάνεις με αυτά τα ρεμάλια;
Δυσκόλεψε το θέμα...έμεινα αμίλητος για λίγο για να βρω την βολή μου και να δω τι θα κάνω. Οι άνθρωποι της εργατιάς, έχουν μια φυσική απέχθεια για τα λαμόγια από χιλιόμετρο. Μπορούν να “δουν” πίσω από τις λέξεις. Μπορείς να τους λες πολλά και θα πιάσουν αυτά που πρέπει. Έχουν μια ικανότητα να “διαβάζουν” το σώμα τ' ανθρώπου.
  • Κοίτα, απάντησα, δεν είμαι δημοσιογράφος. Έχει δεχτεί να πάρει μέρος σε ένα πρόγραμμα και έχω έρθει να τον βρω. Ξέρεις που είναι;
  • Θα τον βρεις εδώ σε λίγο.  Αυτές οι μηχανές εκεί τι είναι;
  • Μου αρέσει η φωτογραφία και θέλω να κατέβω Ιχθυόσκαλα να τραβήξω μετά
  • Αα...καλά…
 Βρήκα τον Γιάννη και μιλήσαμε. Μου είπε για την δουλειά του. Τους πόνους και τους κόπους του. Κουρασμένος, απογοητευμένος, με χέρια κομμένα και σκληρά. Τον παρατηρούσα ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο σουλούπι του καθώς μιλούσε. Κανονίσαμε ημερομηνία που θα έμπαινα στην Τράτα. Έπρεπε να φτάσω στις τρεις την νύχτα γιατί τότε μπαρκαραν. Πέρασαν λίγες μέρες και ήρθε ο καιρός. Την Δευτέρα θα φεύγαμε. Είχα ετοιμάσει το ορειβατικό μου σακίδιο με όλα τα “εργαλεία”. Ήταν Παρασκευή και είχα κάνει απόστημα στα ούλα. Πήγα στον οδοντίατρο αλλά μου είπε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι τώρα. Θα το βλέπαμε από Δευτέρα. Με μπούκωσε στα χάπια. Πέρασε το ΣΚ και ήρθε η μέρα, κατέβηκα στο Κερατσίνι. Η πόλη κοιμόταν, και εκεί, στην Ιχθυόσκαλα, τρεις το πρωί γινόταν ένας χαμός. Κόσμος, φωνές, παζάρια, πραμάτεια και κακό...κόσμος ερχόταν από παντού να αγοράσει ψάρια.  Κιβώτια από φελιζόλ γεμάτα ψάρια, μικρά, μεγάλα, τεμαχισμένα, δωμάτια που πούλαγαν την πραμάτεια τους.
 Βρήκα τον Γιάννη κάπου εκεί να ετοιμάζει την Τράτα, ένα σκαρί θεόρατο, σιδερένιο, χτυπημένο παντού σαν πληγωμένο ζώο. Κοίταζα έναν άλλο παράλληλο κόσμο που ποτέ μου δεν είχα δει, ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί. Εμείς οι άνθρωποι, για όλα έχουμε γνώμη από μακριά, γνωρίζοντας απολύτως τίποτα για τις ζωές των άλλων ανθρώπων. Πως εργάζονται, τον κόπο τους, τους φόβους τους, τι θυσιάζουν για να έχουμε αυτά που έχουμε. Οι παλιοί άνθρωποι, βασιλιάδες στο δικό τους βασίλειο, ήξεραν τι σημαίνει κόπος. Ήταν φτωχοί, αγράμματοι ίσως, αλλά αναγκασμένοι να είναι στην παραγωγή, είτε γη, είτε ζώα, αφέντες της ίδιας τους της ζωής ένιωθαν τον πόνο και τον κόπο του άλλου. Ξέρανε ότι για να έχουν αυτό ή εκείνο, ο άλλος έχει φτύσει αίμα. Και ο κόπος του ταπείνωνε, η γη όταν “γεννούσε” τους μάθαινε να περιμένουν να βγει ο καρπός, το παιδί τους.
 Μπήκα στην Τράτα. Κόσμος γύρω γύρω, Αιγύπτιοι και Έλληνες ναύτες. Στην πλώρη του σκάφους ήταν οι καμπίνες των Αιγυπτίων. Το τιμόνι ήταν στο πάνω μέρος του σκάφους, είχαν και ένα θεόρατο σκυλί. Σοκαρίστηκα όταν έμαθα ότι οι Αιγύπτιοι τα φοβούνται σαν το διάολο. Τα έπαιρναν οι Έλληνες καπετάνιοι για να αποτρέψουν τους Αιγύπτιους να κάνουν πειρατεία στο σκάφος και να το πάνε Αίγυπτο. Ανέβαιναν λέει πάνω στο πηδάλιο, σου κότσαραν ένα όπλο στον κρόταφο εάν ήσουν κοντά΄σε Αιγυπτιακά νερά και σε οδηγούσαν εκεί, πάει η Τράτα πάνε και ι κόποι σου. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δεν πυροβολούσαν το σκυλί πρώτα…
 Φύγαμε μετά από λίγη ώρα. Πονούσα αφόρητα από το απόστημα. Δεν είχα φάει καλά και είχα πάρει ένα κιβώτιο χάπια. Νόμιζα ότι η Τράτα είναι σαν τα πλοία της γραμμής. Αμ δε...έχοντας στο βιογραφικό μου μίλια από τα πάνω κάτω στο νησί, αισθανόμουν ότι θα είμαι μια χαρά.
 Βγήκαμε μεσοπέλαγα, το στομάχι μου άρχισε να ανακατεύεται, Η έλλειψη ύπνου, τα χάπια, το κούνημα με τσάκισαν σε λίγες ώρες. Ανέβηκα στον Καπετάνιο να σημειώσω την πρώτη καλάδα. Ήμουν κίτρινος σαν το κερί.
  • Ρε είσαι καλά; με ρώτησε ο Γιάννης.
  • Ναι ναι, μια χαρά...τι να του πω; νησιώτης και να τα φτύνω στο πρώτο ταξίδι;
  • Καλά, πήγαινε ξάπλωσε τώρα και θα σημειώσω εγώ την επόμενη καλάδα. Αν πιάσω χελώνα θα σε φωνάξω.
Σύρθηκα στην καμπίνα μου και τρομάρα μου ήθελα και το πάνω κρεββάτι. Η καμπίνα ήταν κοντά στις μηχανές. Κάτω, ήταν μάγειρας και μηχανικός ο Νίκος. Οι μηχανές κοπάναγαν αργά, σταθερά μιας και σε ώρα καλάδας το σκάφος πάει αργά, μια καλάδα μεγάλη μπορεί να πάρει ώρες. Ξύπνησα μεσημέρι. Ανα διαστήματα σηκωνόμουν με χίλια δύο ζόρια, σερνόμουν έξω, έφτανα στις σκάλες που έβγαζαν στον καπετάνιο και ανέβαινα σαν ψοφίμι τα σκαλιά. Ποτέ δεν έχω υποφέρει να ανέβω πέντε σκαλιά, τόσο πολύ. Ο καιρός ήταν μουντός, η αρμύρα μου χτύπαγε το πρόσωπο και κάπως αισθανόμουν καλύτερα. Μέχρι να ξανά κοπανήσει το πλοίο και να μου γίνει το στομάχι σακούλα.
 Προς το μεσημέρι μου ήρθε μια μυρωδιά φαγητού. Είχα βγάλει τα συκώτια μου στην τουαλέτα αρκετές φορές. Ο Νίκος είχε ετοιμάσει ένα σαλάχι που το έλεγαν “ρασα”, βραστό, με ελαιόλαδο και σκόρδο. Είχε μια τεράστια πιατέλα, από αυτές τις μεταλλικές αυγοοειδής που έχουν τα εστιατόρια, με το ψάρι. Φαινόταν θεσπέσιο.
  • Κάτσε ρε να φας λίγο, έχεις βγάλει ότι έφαγες εσύ και εγώ μαζί από τα ξημερώματα.
Κάθισα, γύριζε το κεφάλι μου. Έφαγα του σκασμού. Δεν πρόλαβε να κατέβει το ψάρι και τρέχω έξω. Τα έβγαλα όλα.
  • Ε...λέει ο Νίκος. Ξαναφάε…ούτε που το ξανάγγιξα
Πέρασε ο χρόνος. Δύο μέρες στο σκάφος. Την τρίτη γυρίσαμε πίσω. Δεν είδα ούτε ψάρια ούτε τίποτα. Φτάσαμε Κερατσίνι και ο Γιάννης γέλαγε. Δεν έβγαλα μιλιά. Χαιρέτισα και επέστρεψα σπίτι.
 Πέρασαν λίγες μέρες και φύγαμε το επόμενο ταξίδι. Αυτή την φορά χάπια δεν είχε. Το απόστημα είχε εξαφανιστεί. Είχα κοιμηθεί, είχα ξεκουραστεί. Θα έπαιρνα το αίμα μου πίσω.
 Φύγαμε τρεις τα ξημερώματα από το Κερατσίνι.
  • Βρε καλώς το θαλασσόλυκο...είπε ο Γιάννης με χαμόγελο.
Δεν μίλησα καθόλου. Πήγα στην καμπίνα. Άφησα τα πράγματά μου. Πήρα την φωτογραφική και χτένισα το πλοίο. Είχα μάθει και τους Αιγύπτιους. Ανέβηκα στο πηδάλιο, κάθισα έξω στο κατάστρωμα, στα δεξιά του πλοίου, γραπώθηκα από τα κάγκελα και δεν κούνησα ρούπι τρεις μέρες. Με χτύπαγε η θάλασσα, έγινα μούσκεμα, εκεί….
 Κατέβαινα όταν ανέβαινε η ψαριά, κατέγραφα τα ψάρια στο ειδικά διαμορφωμένο φυλλάδιο. Χελώνες δεν είδα ποτέ. Ένα μεσημέρι με κάλεσαν οι Αιγύπτιοι να μου κάνουν το τραπέζι. Μπήκα μέσα και είχαν μια κατσαρόλα πάνω στο γκάζι, κάτω στο πάτωμα. Μαγείρευαν όλοι μαζί. Πέταγαν τα ψάρια μέσα στο νερό, ψάρια από τις ψαριές, και έκαναν μια σούπα. Η καμπίνα μύριζε περίεργα αλλά το διασκέδαζα όσο τίποτα.
 Σε μια από τις καλάδες, όταν άνοιξε το δίχτυ, έχοντας μέσα ότι μπορεί να φανταστεί τ’ ανθρώπου ο νους, ανέβηκε ένα χταποδάκι σαν σπυρί στο δάχτυλό μου. Άπλωνε τα μικροσκοπικά πλοκάμια του και προσπαθούσε να βρει την άκρη για το νερό. Ότι έβρισκα μικρό το πέταγα στην θάλασσα. Γέλαγαν οι Αιγύπτιοι. Λύσσαξα στις φωτογραφίες. Η ζωή ήταν δύσκολη πάνω στο πλοίο, αλλά είχα ξετρελαθεί. Ανέβαινα τα σκαλιά, κατέβαινα τα σκαλιά, γελούσε  ο Νίκος και ο Γιάννης.
 Έξω από την Αίγινα το πλοίο κατέβασε ταχύτητα, κρατήσαμε σταθερή ρότα για καλάδα τρίωρη. Έγραφα εγώ στα χαρτιά μου, γέλαγε ο Γιάννης και έλεγε “τώρα μάλιστα”, είσαι θαλασσόλυκος Κάποια στιγμή, έξω στο κατάστρωμα, εκεί που αγνάντευα στο πέλαγος, στα δεξιά του πλοίου εμφανίζεται ένα πτερύγιο. Δεν πήρε ώρα, ‘ένα κοπάδι ρινοδέλφινα άρχισε να πετάγεται από το νερό. Έγινε χαμός. Πήδαγαν, βούταγαν, κάνανε σαν τρελά. Τούμπες, βουτιές και ότι άλλο θές, ένα θαλάσσιο τσίρκο. Μας ακολούθησαν ώρες, ένα θέαμα…
 “Να το δώρο μου”, σκέφτηκα.
Έμαθα, για το σκάφος, για τις ψευτοπολιτικές της Ευρωπαϊκής ψευτο Ένωσης η οποία έδινε κάποια χρήματα να “σπάσεις” την Τράτα σου για να μην “καταστρέφεται” το περιβάλλον. Τις μεγάλες όμως εταιρίες η Ευρωπαϊκή Ένωση τις προστάτευε. Η γάγγραινα της ‘Ενώσεως”, απλώθηκε πρώτα στους μικρούς ψαράδες. Κατέστρεφαν λέει το περιβάλλον. Για τα τέρατα της θάλασσας ούτε λόγος. Ψήφιζαν “νόμους” οι οποίοι θα πέρναγαν από διαδικασία ψηφοφορίας. Ο Γιάννης, έπρεπε να πουλήσει την Τράτα του και να βγει στη στεριά. Μου μίλαγε και πόναγε η ψυχή του. Δεν είχα τι να πω. Δεχόταν ότι η δουλειά του είχε κάνει ζημιά. Αλλά όταν με ρώταγε πως να ταΐσω τα παιδιά μου δεν είχα τι να πω. Για την συγκεντροποίηση της τροφής σε μεγάλες αλυσίδες ούτε κουβέντα. Είχαν πρόσωπο αυτοί, πολιτικές διασυνδέσεις Είχαν βγει από Πανεπιστήμια και κατέστρεφαν το περιβάλλον με τακτ και πτυχία. Το γνώριμο συναίσθημά μου, ανέβηκε πάλι...η αηδία. Αηδία για μια ράτσα ανθρώπων, αηδία για μια μερίδα κόσμου, που κοκορεύεται ότι μπορεί να καταστρέφει δια νόμου. Οι μεγαλύτεροι δολοφόνοι βγήκαν από τα “καλύτερα” Πανεπιστήμια Η μόρφωση μου αρέσει την σέβομαι, αλλά ένας άνθρωπος της ζωής δεν εκτιμάται, δεν έχει πτυχίο η ενσυνάισθηση, δεν διδάσκεται, βιώνεται. Την μαθαίνεις από τα κουρασμένα χέρια της γής, τις πληγές, το καμμένο δέρμα από τον ήλιο, το ψωμί και την ελιά. Την μαθαίνεις από το λιβάνι, το χωράφι, τον καρπό…
 Πέρασε ο καιρός. Ταξίδεψα και άλλο μαζί με τα παιδιά. Πέρασα υπέροχα. Έμαθα χιλιάδες πράγματα για τον ανθρώπινο κόπο, την δική μου αχαριστία απέναντι στο Θεό και την ζωή. Κατέβηκα από την Τράτα έχοντας μάθει ένα μεγάλο μάθημα. Να λέω όποτε μπορώ, Δόξα τω θεώ για αυτά που έχω και για αυτά που δεν έχω. Δεν το θυμόμουν πάντα, αλλά πια δεν είχα δικαιολογία.

1 σχόλιο:

  1. Δημήτρη διαβάζω τα καταπληκτικά σου βιογραφήματα καθε μέρα και μου αρέσουν πολυ, σήμερα ειπα για σενα σε ενα παιδικό μου φιλο απο την Αίγυπτο που ζει στο Μόντρεαλ, και ειμαι σίγουρος οτι θα αρχίσει και ο Βασίλης σε διαβάζει

    ΑπάντησηΔιαγραφή