Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Aigues Mortes

 Είχα κάποιες μέρες στο Μονπελιέ όταν αποφάσισα να πάω στο Aigues-Mortes. Ένα όμορφο κάστρο περίπου 30 λεπτά με το λεωφορείο απ' την πόλη του Μονπελιέ. Είχα μαζί μου όλο τον εξοπλισμό μου για φωτογράφιση και όρεξη για εξερεύνηση, όπως μπορεί κανείς πια να εξερευνήσει ένα κόσμο χωμένο στο Google και στην πληροφορία. Αυτός είναι και ο λόγος που όταν ταξιδεύω δεν θέλω να ενημερώνομαι για τίποτα, ή σχεδόν τίποτα. Από τότε που η ζωή μπήκε σαν “πληροφορία” στο διαδίκτυο, έχασε πια την αίγλη της ανακάλυψης και του κρυφού.
Έτσι επιλέγω πια να εστιάσω στον κόσμο, να ανακαλύψω ανθρώπους και την κουλτούρα που κουβαλάει ο καθένας μέσα του.
 Εν πάση περιπτώσει, ταξίδευα μέσα σε τοπία σε άφθονο λασπώδες νερό, τουρίστες με κότερα και ταχύπλοα, σπίτια χτισμένα δίπλα στις όχθες κάποιας παραθαλάσσιας περιοχής, προσπαθώντας να βρω με άχαρο τρόπο, μερικές πόζες στην διαδρομή. Είχα την τύχη να έχω ένα εξαιρετικό καιρό, με έναν ήλιο που έκαιγε.
Ο ταξιδευτής - φωτογράφος, ζει σε έναν απομονωμένο κόσμο, ή τουλάχιστον έτσι το βιώνω εγώ. Παρατηρείς και βλέπεις πόζες που χάνονται, φωτογραφίζεις μέσα στο κεφάλι σου, ετοιμάζεσαι. Υποθέτεις το τοπίο, υπολογίζεις πώς θα τραβήξεις και την αισθητική που θες.
Έφτασα σε έναν όμορφο παλιό σταθμό, κάποια λεπτά περπάτημα από το κάστρο. Γινόταν ένας χαμός από κόσμο. δεν ήξερα τι να περιμένω. Περπάτησα προς τα εκεί παρατηρώντας αχόρταγα ότι μπορούσα. Πολλά απασχολούσαν το μυαλό μου, όταν είσαι μόνος και σιωπηλός, όλα έρχονται στο κεφάλι σου και σιγοψιθυρίζουν, άλλα κάνουν θόρυβο, άλλα είναι πιο “σιγανά”, τα θορυβώδη τα βλέπεις και τα διαπραγματεύεσαι, τα σιγανά είναι τα πιό ύπουλα.
Μπήκα στο κάστρο για να ανακαλύψω ότι έχει προ πολλού γίνει ένα τουριστικό θέρετρο. Ο ταξιδευτής με τον τουρίστα έχει μεγάλη διαφορά. Ο ταξιδευτής δεν θέλει να αλλάξει τίποτα από το τοπίο στο οποίο ταξιδεύει, θέλει να το ανακαλύψει, θέλει τους ανθρώπους κλειστούς, για να τους “ανοίξει” ο ίδιος, ο ταξιδευτής θέλει να κουραστεί, θέλει την καθαρή ηδονή του απόλυτου “πριν”, θέλει να πάει πίσω στο παρελθόν. Ο τουρίστας “διασκεδάζει”, δεν θέλει σε καμία περίπτωση να υποφέρει ή να κουραστεί, κι όπως ήρθε έφυγε, έχοντας αλλοιώσει και εν τέλη ερημώσει έναν τόπο, τόσο, που σιγά σιγά ο τόπος γίνεται άσχημος και απεχθής, όπως και ο ίδιος. Τουρίστας υπήρξα και εγώ, και τίποτα δεν έχω μετανοιώσει, όσο αυτή τη μετριότητά μου απέναντι στην ιστορία και τον άνθρωπο.
Ο Δυτικός πολιτισμός στάθηκε ακαλαίσθητος και “αγενής” απέναντι στην ιστορία του. Πάνω σε πνεύματα και τόπους γεμάτους με αίμα και πόνο, έχτισε ότι μπόρεσε, σαν κάποιον που φοβάται το σκοτάδι και την ιστορία του γεμίζοντας άναρχα το χώρο με φώτα, ήχους, αλλοιώνοντας όλη την παράδοση.
Με έπιασε μια θλίψη για αυτήν την ηλιθιότητα που μας κατατρέχει. Και δεν είναι μόνο ηλιθιότητα, είναι και απληστία. Δεν σήκωσα την μηχανή. Προχώρησα εσωτερικά του κάστρου για να βρω κάτι πιο εκφραστικό, κάτι που να με παρακινεί περισσότερο. Πόρτες ξύλινες, πινακίδες παλιάς κοπής να κρέμονται έξω από τα σπίτια, όλα έδειχναν παλιά, αλλά συνάμα ανακαινισμένα. Ο παλιά φθορά είχε τριφτεί, ξυστεί και ξαναβαφτεί. Πόσο απολαμβάνω τα αντικείμενα που έχουν πάνω τους την “σκιά” τ' ανθρώπου. Πονεμένα, γδαρμένα, μα τόσο δυνατά και ζωντανά.
Με ταλάνιζε επίσης η φωτογραφία σαν έννοια. Με έκαιγε σαν ένα καυτό σίδερο πάνω στο δέρμα μου. Τι ήθελα από την φωτογραφία? Φωτογράφιζα σαν ένας διψασμένος που πίνει νερό αλλά δεν χορταίνει, οι πόζες δεν έχουν νόημα στην ποσότητα. Και η φωτογραφία δεν είναι η μηχανή. Η φωτογραφία είναι πολύ πριν ο φωτογράφος σηκώσει την μηχανή. Άλλο όμως κεφάλαιο αυτό.
Βαθιά στεναχωρημένος με τις ερωτήσεις αυτές, αλλά και χίλιες δύο υπαρξιακές ακόμη, κοντοστάθηκα σε ένα μέρος του τοίχου του κάστρου. Ένιωθα να μην παίρνω ευχαρίστηση καθόλου από όλα αυτά που έχω και όλα όσα κάνω.  Είχε σκιά, και ξεκουράστηκα κάπως από το περπάτημα. Είχα ανέβει σκάλες, κατέβει υπόγεια, ξανά ανέβει σε πολεμίστρες, είχα χορτάσει κίνηση και ζέστη και έψαχνα ένα μέρος να ξαποστάσω. Εκεί, σε αυτό το μέρος, όρθιος, με την μηχανή να κρέμεται και τον ιδρώτα μου να στάζει, μπροστά από τα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα, πέρασε η ταπείνωσή μου προσωποποιημένη. Εκεί, σε εκείνο το σημείο τσακίστηκα σαν ένα κλαρί.
Ένας άντρας γύρω στα 50, με κομμένα πόδια μέχρι πάνω από το γόνατο, ανεβασμένος πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι, κύλαγε με τα χέρια τις δυο ρόδες του, τα “πόδια” του, αργά και σταθερά. Ερχόταν προς τα εμένα από κάποια  απόσταση και είχα χρόνο να τον παρατηρήσω. Μα δεν ήταν τα πόδια του που μου κάψανε την σάρκα μου, ήταν το χαμόγελό του. Ήταν ένα κορμί τσακισμένο, πονεμένο, που στεκόταν όρθιο πάνω σε μια καρέκλα με ρόδες, μια καρέκλα που κουβάλαγε ένα χαμόγελο πιο βαρύ και από το ίδιο μου το σώμα και άλλων δύο μαζί. Ο άντρας αυτός, χάζευε το χώρο, απολαμβάνοντας εμφανώς την γύρω ομορφιά. Δεν πέρασε λίγος χρόνος και πίσω του εμφανίστηκε μια κυρία, στην ηλικία του, με δύο γλυκά παιδιά. Ήταν η οικογένειά του. Κάθισα εκεί άδειος, χαζεύοντας τον “Αίαντα” της ημέρας, να περνά και να μου διαλύει το σύμπαν με ένα χαμόγελο. Δεν κουνήθηκα. Χαμογέλασα κάπως όταν έφτασε δίπλα μου. Αισθανόμουν μικρός. Είδα τα πόδια του, τα οποία τα είχε καλύψει το παντελόνι. Φαντάστηκα την γυναίκα του, σε δικές τους προσωπικές στιγμές, να κάθεται γονατιστή κοντά του και να του φιλάει τις δύο αυτές πληγές και αυτός να της χαϊδεύει το κεφάλι. Χωρίς πολλά πολλά. Δεν ξέρω αν το έκανε, δεν με ένοιαζε κι όλας. Αλλά έβλεπα εκεί, έναν καθιστό “Άγιο” και μία όρθια “Οσία”. Δίπλα τους, περπατούσαν οι καρποί και των δύο.
Ο άντρας πέρασε, πέρασαν όλοι, και ένιωθα ότι πέρασαν από μέσα μου και με ισοπεδώσαν. Έμεινα ένα χωράφι σπαρμένο, με ένα καρπό που περίμενε βροχή για να καρπίσει. Και τρέξανε τα δάκρυά μου ποτάμι όταν πέρασαν και εξαφανίσθηκαν. Η μεγαλύτερη τέχνη τ’ ανθρώπου είναι η ομορφιά  που κοπιάζει να έχει μέσα του, το περιβόλι του. Θέλει κόπο όμως, δεν ανθίζει η ψυχή μόνη της. Και εγώ, αισθανόμουν αχάριστος. Είχα συγκλονιστεί τόσο πολύ, που βγήκα από το κάστρο να χαζέψω την απεραντοσύνη που είχε ο τόπος. Πέρασε ώρα, σκούπισα τα δάκρυά μου και ευχαρίστησα το Θεό, που για άλλη μιά φορά μου τσάκισε την έπαρση και την αχαριστία. Οι άνθρωποι αυτοί, κυκλοφορούν στον κόσμο σαν υπενθύμιση της δικής μας μικρότητας, είναι οι σιωπηλοί “Φάροι”. Ο Θεός, μπορεί ακόμη και τον πόνο του ανθρώπου να κάνει προσευχή, φτάνει να έχει ένα κομμάτι γόνιμο η ψυχή και θα ανθίσει.
Μπήκα πάλι στο κάστρο. Η διάθεση να φωτογραφίσω μου έφυγε, όπως και όλες οι περιττές σκέψεις μου. Κοίταξα τα πόδια μου μόνο, το σώμα μου, είπα ένα δόξα τω Θεώ, έβαλα την μηχανή στην τσάντα και επέστρεψα προς το λεωφορείο για το σπίτι.  Μέχρι σήμερα, στις αχάριστες στιγμές μου, εκείνα τα δύο πόδια, μου “μυρίζουν” λιβάνι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου